Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

Τὰ ἄνθη τὰ μώβ τῆς Προηγιασμένης…

Μέσα στὸ μεγαλεῖο τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς ὑφαίνονται καὶ ἐπεξεργάζονται, παράλληλα μὲ τὴ κατάνυξη, οἱ πλέον εὐλογημένες μνῆμες, γιὰ ν᾿ ἀποτελέσουν κάποτε ἔνδυμα περιούσιο καὶ στοργικὸ, ὅταν ἀναδυθοῦν χρόνια δίσεκτα καὶ ἄσπλαχνα: ὅπως γίνονται τὰ δικά μας…

Δὲν εἶναι καθόλου εὔκολο νὰ περιγράψεις τὴ τέλεση μιᾶς Προηγιασμένης Λειτουργίας σὲ κάποιο ἀπρόσιτο καὶ μακρυνὸ μοναστήρι, ὅπως εἶναι ἡ Μονὴ τοῦ Τιμίου Προδρόμου στὸ νησὶ μου, ἤ μᾶλλον ὅπως ἦταν πρὶν ἀπό τριάντα χρόνια, ὅταν μονάχα μὲ ἐπώδυνο ὁδοιπορία ἤ μὲ τὸ ὑποζύγιο τὴν προσέγγιζες. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁδηγεῖς τὴ μνήμη σου, νοσταλγικὰ καὶ εὐκατάνυκτα, σὲ μέρες ὅπου οἱ ἐκεῖ τελούμενες Προηγιασμένες θεῖες Λειτουργεῖες ἦταν δεμένες ἄρρηκτα μὲ τὴν ἡσυχία, τὴ σιωπὴ καὶ τὴν Παρουσία Του…

Ὁ Προηγιασμένος Ἄρτος πάντα εὐώδης ἀπό τὸ ζυμωτὸ, τὸ μοναστηρίσιο πρόσφορο καὶ τὸ γνήσιο, ἀνόθευτο, χωρὶς συντηρητικά, νᾶμμα, ποὺ τὸ φρόντιζαν οἱ μοναχὲς, καθὼς τὸν Σεπτέμβριο, στὸν τρύγο, διάλεγαν τὰ καλύτερα σταφύλια, τὰ λιάζανε, δηλ. τὰ βάζανε λίγες μέρες στὸν ἥλιο, ὥστε νὰ ἐλαττωθοῦν τὰ ὄσα ὑγρὰ ἀπόμεναν, κι ὕστερα τὰ στίβανε μὲ εὐλάβεια καὶ κάνανε τὸ νᾶμμα τῆς χρονιᾶς. Νᾶμμα καθαρὸ, κατὰ πάντα εὔγευστο κι ἁγιασμένο, ἀφοῦ εἶχε δεχθεῖ τόσες εὐχὲς καὶ προσευχές.

Ἡ λειτουργία γινόταν στὸ μισοσκότεινο Καθολικὸ μὲ λαμπάδες, κεριὰ καὶ καντήλια. Ἀργότερα, ὅταν πῆγε κι ἐκεῖ τὸ ἡλεκτρικὸ, σταμάτησε αὐτόματα κι ὁ Χρόνος, ἀφοῦ δὲν ἀνέβαινε στὴν ψυχὴ ἡ ἁπλότητα, ἡ συγκίνηση καὶ ἡ εὐπρέπεια ποὺ ἀναδύονται ἀπό τὸ λιτὸ τὸ φωτισμὸ, τὴν ἡσυχασμένη ἀτμόσφαιρα καὶ τὶς προσεγμένες κινήσεις…

Πάντα μέσα στὴ Λειτουργία ὑπῆρχαν ἐκεῖνα τὰ φορτισμένα μὲ εἰρήνη Θεοῦ σιωπητήρια, δηλαδὴ κάποια χρονικὰ διαστήματα, ὅπου ὅλοι σιωπούσαμε: γιὰ νὰ βαδίσει ὁ Θεὸς ἀναμεσά μας… Ἐπειδὴ αὐτὸ τότε ὄλοι ἐπιζητούσαμε κι ὄχι τὸ νὰ κοιτάζουμε νὰ πληρώνουμε, νὰ γεμίζουμε δηλαδὴ τὸ χρόνο μας μὲ τὰ ὅσα περιττὰ καὶ ἄκαρπα, ποὺ φυσικὰ δὲν ἀφοροῦν τὴν πνευματικὴ μας ἐνηλικίωση καὶ ὡριμότητα.

Μόνο, ποὺ καθὼς περνοῦσαν τὰ χρόνια ἄρχισε νὰ μᾶς μπολιάζει τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου καὶ τῆς αὐτο-προβολῆς, γι᾿ αὐτὸ καὶ στήθηκαν μικροφωνικὲς ἐγκαταστάσεις ἐκεῖ ποὺ κάποτε βημάτιζε ἡ Σιωπὴ, ἡ Γλῶσσα τοῦ Θεοῦ δηλαδὴ (πρβλ. ὅσιο Ἰσαὰκ τὸν Σῦρο), κι ἔτσι ἀπόμειναν τὰ εὐλαβικὰ σιωπητήρια Μνήμη καὶ Νόστος, ἀπὸ ἕνα χθὲς καθαγιασμένο.

Ὅμως ἐκεῖνο ποὺ πρόσθετε σὲ ὄλη αὐτὴ τὴν ἀτμόσφαιρα μιὰν ἀκόμα πινελιὰ, δοσμένη μὲ γνήσιο Ποιητικὸ τρόπο καὶ ἐξαγιαστικὸ -ἐξάπαντος ἀπό τὸ Χέρι τοῦ Θεοῦ φερμένη- ἦταν κάτι ποὺ τὸ παρατηροῦσες συνήθως κατὰ τὴ ἐπιστοφὴ πρὸς τὴ Χώρα, ἡ ὁποία γινόταν πάντα ὁδοιπορικῶς.

Καθὼς, λοιπὸν, κατέβαινες τὸ δύσκολο μονοπάτι, ποὺ τὸ φώτιζε τὸ γλυκὸ ἀνοιξιάτικο φῶς τοῦ πρωϊνοῦ ἥλιου ἤ τὸ στεφάνωνε ἐκείνη ἡ γκρίζα, ἀλλὰ πάντα στολισμένη μὲ σταλαγμοὺς νοσταλγίας συννεφιὰ, παρατηροῦσες πὼς ἐκεῖνο τὸ πένθιμο χρῶμα τῶν ἱερῶν καλυμμάτων, τῆς Ἁγίας Τραπέζης καὶ τοῦ ἱ. Δισκοπότηρου σὲ ἀκολουθοῦσε… Λὲς καὶ ἡ Χαρμολύπη τῆς Σαρακοστῆς γινόταν συνοδοιπόρος σου, ἀφοῦ στὶς ἄκρες τοῦ μονοπατιοῦ ἐμφανίζονταν ἐκεῖνα τὰ τετράφυλλα μώβ ἀνθάκια -ποὺ δὲν ἔμαθες ποτὲ τὸ ὄνομά τους- καὶ τἄνοιωθες νὰ σὲ ἀκολουθοῦν, καθὼς γέμιζαν ὅλες σχεδὸν τὶς ἄκρες τοῦ δρόμου. Αἰσθανόσουν, λοιπόν, ὅτι αὐτὰ τὰ ταπεινὰ ἄνθη ἀπέπνεαν τὸ δικὸ τους θυμίαμα κατανύξεως καὶ χαροποιοῦ πένθους, στολίζοντας μὲ χάρη τὴ Σαρακοστὴ…

Αὐτά, λοιπόν, τὰ μὼβ ἄνθη τῆς Σαρακοστῆς τ᾿ ἀγάπησες τόσο, γιατὶ κάθε χρόνο, μέχρι νὰ φανεῖ ὁ ἄσπλαχνος «πολιτισμὸς» ὁποὺ μὲ μπουλτόζες, μηχανὲς καὶ ἄλλα παρόμοια μέσα ἐξαφάνισαν τὰ μονοπάτια καὶ ἔσβησαν αὐτὲς τὶς λιτὲς καὶ κατανυκτικὲς παρουσίες, σὲ συντρόφευαν καὶ ἐπιμήκυναν μὲ τρόπο μυστηριώδη καὶ θεοφιλῆ τὴν Προηγιασμένη…

Γιατὶ καταλάβαινες πολὺ καλὰ ὅτι τὸ Χρῶμα τοῦ Πένθους τῆς Σαρακοστῆς ἁπλωνόταν μὲ περισσὴ φροντίδα παντοῦ, ἀκόμα καὶ στὰ ἀθῶα τὰ ἄνθη, μέχρι νἄρθει ἡ Μεγαλοβδομάδα μὲ τὶς ἄλικες τὶς παπαροῦνες γιὰ νὰ μηνύσει ὅτι ἔρχεται Πάσχα. Δηλαδὴ, ἔνας ἄλλος δρόμος, μιὰ ἄλλη μορφὴ ζωῆς ποὺ ἔπρεπε νὰ περπατήσεις, πάντα μὲ τὴ δικιὰ Του τὴ συντροφιὰ, ὅπως τότε, στὸν εὐσκιόφυλλο δρόμο πρὸς Ἐμμαοὺς (πρβλ. Λκ. 23, 13 ἑξ)…

Βλέπεις, ἐκεῖνο τὸ «Πᾶσα ἡ κτίσις ἡλλοιοῦτο φόβῳ», ποὺ λέγεται τὴ Μεγάλη Παρασκευή, δὲ γράφτηκε τυχαῖα…

π. Κων. Ν. Καλλιανὸς

Σημείωση: Το παραπάνω εξαίρετο ενυπόγραφο κείμενο, ενός σπουδαίου δημιουργού και συνεργάτη μας, καθώς και η φωτογραφία του Αγ. Ταξιάρχη στο Βάτο της Σκοπέλου, ας θεωρηθούν ως συμμετοχή του Ημερολογίου μας στην Παγκόσμια Ημέρα της Ποίησης.

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2016

Η εικόνα του Ευαγγγελισμού στη Βυζαντινή Τέχνη

O Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, από τα υπέροχα ψηφιδωτά της Μονής Δαφνίου
«Σήμερον της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον (= η αρχή, η βάση), και του απ’ αιώνος μυστηρίου η φανέρωσις, ο Υιός του Θεού, Υιός της Παρθένου γίνεται, και Γαβριήλ την χάριν ευαγγελίζεται. Διό και ημείς συν αυτώ τη Θεοτόκω βοήσωμεν, Χαίρε κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου».
                                              Περιγραφή της εικόνας

             Ο αρχάγγελος Γαβριήλ
      Είναι ο «πρωτοστάτης άγγελος», ο αγγελιοφόρος του Θεού, που έφερε στην αγνή κόρη της Ναζαρέτ το χαρμόσυνο μήνυμα. Η στάση του σώματός του εκφράζει τη χαρά που έφερε το άγγελμά του. Παρόλο που ο αρχάγγελος βρίσκεται στο έδαφος, παρουσιάζεται με ορμή κίνησης, όπως άλλωστε μαρτυρεί το άνοιγμα των ποδιών του.
             Στον Ευαγγελισμό της Μονής Δαφνίου η στάση του αγγέλου δίνει με αριστουργηματικό τρόπο την εντύπωση πως η πτήση του δεν έχει τελειώσει, καθώς μιλάει στη Θεοτόκο. Ο Γαβριήλ με το αριστερό του χέρι κρατεί σκήπτρο, που συμβολίζει τον αγγελιοφόρο και όχι κρίνο, όπως μάς έχει συνηθίσει η δυτική ζωγραφική. Το δεξί του χέρι απλώνεται με βίαιη κίνηση προς τη Θεοτόκο σε σχήμα ομιλίας. Βόα σ’ αυτήν κατά το γνωστό τροπάριο «ποιον σοι εγκώμιον προσαγάγω επάξιον; τι δε ονομάσω σε; απορώ και εξίσταμαι. Διο, ως προσετάγην (=διατάχτηκα), βοώ σοι, Χαίρε η Κεχαριτωμένη».


Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ της Θεοτόκου Βημόθυρο του 13ου αιώνα απο την Ι.Μονή Αγ.Αικατερίνης, Σινά

 Η Θεοτόκος.
         
       Η Μητέρα του Θεού είναι η «κεχαριτωμένη», η ευλογημένη μεταξύ των γυναικών. Η βυζαντινή εικόνα του Ευαγγελισμού την παρουσιάζει άλλοτε να κάθεται στο θρόνο της και άλλοτε όρθια. Στην περίπτωση που η Θεοτόκος εικονίζεται καθισμένη, η εικόνα υπογραμμίζει την υπεροχή της απέναντι στον αρχάγγελο. Στην Εκκλησία μας υμνούμε, ως γνωστό, τη Θεοτόκο ως «την τιμιωτέραν των Χερουβίμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφίμ» (των αγγελικών δηλαδή ταγμάτων). Εδώ ο αγιογράφος είναι και συνεπής στο απόκρυφο κείμενο. Το Πρωτοευαγγέλιο του Ιακώβου γράφει πως η Παναγία «πήρε την πορφύρα, κάθησε στο θρόνο της και την έγνεθε. Και κείνη τη στιγμή στάθηκε μπροστά της ένας Άγγελος». Σ’ άλλες εικόνες η Θεοτόκος είναι όρθια. Με τη στάση αυτή ακούει, κατά κάποιο τρόπο, καλύτερα το θείο μήνυμα.

       Στην περίπτωση της Θεοτόκου αξίζει να μελετηθούν κυρίως τα αισθήματά της και οι σκέψεις της, ο ψυχικός της γενικά κόσμος την ώρα του Ευαγγελισμού.

       Η εμφάνιση, πρώτα, του αρχαγγέλου και ο χαιρετισμός του, τάραξον τη Θεοτόκο. Το αδράχτι με το νήμα που σύμφωνα με την παράδοση (Πρωτοευαγγέλιο του Ιακώβου) κρατούσε στο χέρι της, έπεσε από το φόβο της. Βυθίστηκε σε σκέψεις. Σκεπτόταν τη σημασία του αγγελικού χαιρετισμού. Δεν αμφιβάλλει, δεν απιστεί στη διαβεβαίωση του αρχαγγέλου ότι θα γίνει Μητέρα του Θεού, μόνο με φρόνηση ρωτάει «Πώς έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω;».
      
        Εδώ η Θεοτόκος διαφέρει από την Εύα. Εκείνη παρασύρθηκε από τον εγωισμό της και δέχτηκε ανεξέταστα όσα ο σατανάς της πρότεινε. Η Θεοτόκος, αντίθετα, στολισμένη με ταπεινοφροσύνη και υπακοή στο θέλημα του Θεού, ζητάει να μάθει με πιο τρόπο θα πραγματοποιηθούν τα λόγια του αγγελιοφόρου του Θεού. Όταν όμως ο αρχάγγελος τη διαβεβαίωσε πως όλα θα γίνονταν με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και τη δύναμη του Θεού (το μαρτυρούν το τμήμα του κύκλου και οι ακτίνες που εκπέμπονται από αυτό στο πάνω μέρος της εικόνας), εκείνη ολόψυχα και ανεπιφύλακτα συγκατατέθηκε, «ίδου η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου». Στο δοξαστικό των αποστίχων του εσπερινού της εορτής, η Εκκλησία μας δίκαια ψάλλει «Άγγελος λειτουργεί τω θαύματι, παρθενική γαστήρ τον Υιόν υποδέχεται Πνεύμα Άγιον καταπέμπεται, Πατήρ άνωθεν ειδοκεί και το συνάλλαγμα (=συμφωνία) κατά κοινήν πραγματεύεται βούληση, την επιθυμία, τη συμφωνία μεταξύ του Θεού και της Παρθένου, Πλάστη και πλάσματος, γιατί «η σάρκωσις του Λόγου ήτο έργον όχι μόνον του Πατρός και της Δυνάμεώς Του και του Πνεύματος… αλλά και της θελήσεως και της πίστεως της Παρθένου» (άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, «Η Θεομήτωρ», σ. 134).

        Η  αμηχανία και η φρόνηση της Θεοτόκου, που με υπέροχους διαλόγους παρουσιάζουν τα τροπάρια της εορτής του Ευαγγελισμού, εκφράζονται σ’ άλλες εικόνες με την ανοιχτή παλάμη του δεξιού της χεριού. Η χειρονομία αυτή της απορίας είναι σαν να λέει «Γάμου υπάρχω αμύητος, πως ουν παίδα τέξομαι;» (β’ στιχηρό του εσπερινού).

     Άλλες εικόνες του Ευαγγελισμού μάς τονίζουν τη συγκατάθεση της Θεοτόκου στα λόγια του αρχαγγέλου. Η Μητέρα του Θεού εικονίζεται με σκυμμένο το κεφάλι (όπως στην εικόνα μας) έχοντας το δεξί της χέρι πάνω στο στήθος της, ή να βγαίνει από το μαφόριό της. αυτά μάς θυμίζουν το «ιδού η δούλη Κυρίου…». Στην εικόνα μας ο αγιογράφος συνδυάζει στη στάση της Θεοτόκου την αμηχανία με τη συγκατάθεση. Παρουσιάζει τη Θεοτόκο με σκυμμένο το κεφάλι και βυθισμένη στις σκέψεις της.

          Ο  πιστός, καθώς ατενίζει και μελετά και προσκυνεί την εικόνα του Ευαγγελισμού, γεμάτος από χαρά και ευγνωμοσύνη σιγοψάλλει «Άξιον εστίν, ως αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον και μητέρα του Θεού ημών».

Από το βιβλίο «Ο Μυστικός Κόσμος των Βυζαντινών Εικόνων»

(α’ τόμος) Χρήστου Γκότση Εκδ. Αποστολική Διακονία
ΠΗΓΉ :vizantinaistorika.blogspot.gr

Σάββατο 19 Μαρτίου 2016

O Βραχώδης ναός των Αγίων Θεοδώρων (Το σπήλαιο των Αγίων Θεοδώρων)

O Βραχώδης ναός των Αγίων Θεοδώρων (Το σπήλαιο των Αγίων Θεοδώρων)
Ο Βραχώδης Ναός των Αγίων Θεοδώρων είναι χτισμένος μέσα σε σπήλαιο και διαθέτει πλούσιο ζωγραφικό διάκοσμο. Το σπήλαιο βρίσκεται έξω από την Αλεξανδρούπολη, στο δρόμο προς Άβαντα, μετά το Κάστρο του Ποτάμου. Είναι διαμορφωμένο σε ναΐδριο (εκκλησάκι) με την προσθήκη χτιστού τέμπλου και με την τοιχογράφηση των επιφανειών του βράχου, θυμίζοντας τις σπηλαιώδεις εκκλησίες της Καππαδοκίας. Οι τοίχοι και το εικονοστάσιο είναι πλούσια διακοσμημένοι με βυζαντινές τοιχογραφίες δύο φάσεων: Η πρώτη χρονολογείται στα τέλη του 11ου αι. και ανήκει στη λεγόμενη “μοναστική” τεχνοτροπία, η δεύτερη στη στροφή του 12ου με τον 13ο αι. και διακρίνεται από τα χαρακτηριστικά της λεγόμενης “μεταβατικής εποχής”. Η τέχνη τους αντανακλά τη μεγάλη παράδοση αγιογραφιών της Κωνσταντινούπολης.

Οι τοιχογραφίες

Οι τοιχογραφίες του χρονολογούνται σε δύο φάσεις. Η πρώτη ανάγεται στον 11ο αι. και η δεύτερη στο τέλος του 12ου και αρχές του 13ου αι. Ζωγραφική διακόσμηση καλύπτει τα πλάγια τοιχώματα του διαδρόμου εισόδου και του ναΐσκου, όλη την επιφάνεια του κτιστού τέμπλου και τα τοιχώματα του ιερού βήματος. Είναι πολύ πιθανό ότι αρχικά στο σπήλαιο υπήρξαν μεμονωμένες ζωγραφικές παραστάσεις με χρονική ίσως απόσταση μεταξύ τους και στη συνέχεια έγινε ένα ενιαίο τοιχογραφικό σύνολο που κάλυψε και τις παλαιότερες τοιχογραφίες, όπου υπήρχαν.

Α΄ Κυριακή των Νηστειών - της Ορθοδοξίας


Η αγία αυτή ημέρα είναι ξεχωριστή, διότι παρά το κατανυκτικό κλίμα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, εορτάζει λαμπρά η Ορθοδοξία μας, η αληθινή Εκκλησία του Χριστού. Ποιούμε ανάμνηση του κορυφαίου γεγονότος της εκκλησιαστικής μας ιστορίας, της αναστηλώσεως των ιερών εικόνων, το οποίο επισυνέβη το 843 μ.Χ. στο Βυζάντιο, χάρις στην αποφασιστική συμβολή της βασιλίσσης και μετέπειτα αγίας Θεοδώρας, συζύγου του αυτοκράτορα Θεοφίλου (840 - 843 μ.Χ.).
Αναφερόμαστε στη μεγάλη εικονομαχική έριδα, η οποία συντάραξε κυριολεκτικά την Εκκλησία μας για περισσότερα από εκατό χρόνια. Το 726 μ.Χ. ο αυτοκράτωρ Λέων ο Γ' ο Ίσαυρος (717 - 741 μ.Χ.) αποφάσισε να επιφέρει στο κράτος ριζικές μεταρρυθμίσεις. Μια από αυτές ήταν η απαγόρευση προσκύνησης των ιερών εικόνων, επειδή, παίρνοντας αφορμή από ορισμένα ακραία φαινόμενα εικονολατρίας, πίστευε πως η χριστιανική πίστη παρέκλινε στην ειδωλολατρία. Στην ουσία όμως εξέφραζε δικές του ανεικονικές απόψεις, οι οποίες ήταν βαθύτατα επηρεασμένες από την ανεικονική ιουδαϊκή και ισλαμική πίστη. Η αναταραχή ήταν αφάνταστη. Η αυτοκρατορία χωρίστηκε σε δύο φοβερά αντιμαχόμενες ομάδες, τους εικονομάχους και τους εικονολάτρες. Οι διώξεις φοβερές. Μεγάλες πατερικές μορφές ανάλαβαν να υπερασπίσουν την ορθόδοξη πίστη. Στα 787 μ.Χ. συγκλήθηκε η Ζ' Οικουμενική Σύνοδος, η οποία διατύπωσε με ακρίβεια την οφειλόμενη τιμή στις ιερές εικόνες. Σε αυτή επίσης διευκρινίστηκαν και άλλα δυσνόητα σημεία της χριστιανικής πίστεως, έτσι ώστε να έχουμε πλήρη αποκρυστάλλωση του ορθοδόξου δόγματος και να ομιλούμε για θρίαμβο της Ορθοδοξίας μας.
Η εικόνα στην Ορθοδοξία μας δεν αποτελεί αντικείμενο λατρείας, αλλά λειτουργεί αποκλειστικά ως μέσον τιμής του εικονιζόμενου προσώπου. Ακόμα και ο Χριστός μπορεί να εικονισθεί, διότι έγινε άνθρωπος. Μάλιστα όποιος αρνείται τον εικονισμό του Χριστού αρνείται ουσιαστικά την ανθρώπινη φύση Του! Οι μεγάλοι Πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας μας, που αναδείχθηκαν μέσα από τη λαίλαπα της εικονομαχίας, διατύπωσαν το ορθόδοξο δόγμα με προσοχή και ευλάβεια. Η προσκύνηση της ιερής εικόνας του Χριστού και των άλλων ιερών προσώπων του Χριστιανισμού δεν είναι ειδωλολατρία, όπως κατηγορούνταν από τους εικονομάχους, διότι η τιμή δεν απευθύνεται στην ύλη, αλλά στο εικονιζόμενο πρόσωπο, καθότι «η της εικόνος τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει» (Μ.Βασίλειος P . G . 32,149) και «Προσκυνούμεν δε ταις εικόσιν ου τη ύλη προσφέροντες την προσκύνησιν, αλλά δι΄αυτών τοις εν αυταίς εικονιζομένοις» (Ι. Δαμασκ. P . G .94 1356). Η ευλογία και η χάρη που λαμβάνει ο πιστός από την προσκύνηση των ιερών εικόνων δίνεται από το ζωντανό ιερό πρόσωπο και όχι από την ύλη της εικόνας.
Η εικόνα έχει τεράστια ποιμαντική χρησιμότητα. Μια εικόνα, σύμφωνα με γλωσσική έκφραση, αξίζει περισσότερο από χίλιες λέξεις. Αυτό σημαίνει ότι μέσω της εκκλησιαστικής εικονογραφίας οι πιστοί βοηθούνται να αναχθούν στις υψηλές πνευματικές θεωρίες και στο θείον.
Βεβαίως η ηρεμία δεν αποκαταστάθηκε, διότι εξακολουθούσαν να βασιλεύουν εικονομάχοι αυτοκράτορες. Στα 843 η ευσεβής αυτοκράτειρα Θεοδώρα, επίτροπος του ανήλικου γιου της Μιχαήλ του Γ΄, έθεσε τέρμα στην εικονομαχική έριδα και συνετέλεσε στο θρίαμβο της Ορθοδοξίας.
Οι Πατέρες όρισαν να εορτάζεται ο θρίαμβος του ορθοδόξου δόγματος την πρώτη Κυριακή των Νηστειών για να δείξει στους πιστούς πως ο πνευματικός μας αγώνας θα πρέπει να συνδυάζεται με την ορθή πίστη για να είναι πραγματικά αποτελεσματικός. Νηστεία και ασκητική ζωή έχουν και άλλες αιρέσεις ή θρησκείες, και μάλιστα με πολύ αυστηρότερους κανόνες άσκησης. Όμως αυτό δε σημαίνει ότι μπορούν αυτοί οι άνθρωποι να σωθούν και να ενωθούν με το Θεό. Η σωτηρία είναι συνώνυμη με την αλήθεια, αντίθετα η πλάνη και το ψεύδος οδηγούν σε αδιέξοδα και εν τέλει στην απώλεια.

Παρασκευή 18 Μαρτίου 2016

19 Μαρτίου † Μνήμη τῶν ἁγίων μαρτύρων Χρυσάνθου καί Δαρείας.
Οἱ ῞Αγιοι Μάρτυρες Χρύσανθος καί Δαρεία ἔζησαν κατά τούς χρόνους τοῦ βασιλέως Νουμεριανοῦ (243-284 μ.Χ.). ῾Ο ῞Αγιος Χρύσανθος καταγόταν ἀπό τήν ᾿Αλεξάνδρεια καί ἦταν υἱός ἐπιφανοῦς εἰδωλολάτρου. ῞Ομως κατηχήθηκε στή χριστιανική πίστη ἀπό κάποιο Χριστιανό καί ἐβαπτίσθηκε. ῞Οταν ὁ πατέρας του ἐπληροφορήθηκε τό γεγονός, τόν ἐφυλάκισε καί, γιά νά τόν ἀποσπάσει ἀπό τή χριστιανική πίστη, τοῦ ἔδωσε γυναίκα τήν ὡραία Δαρεία, ὁποία καταγόταν ἀπό τήν ᾿Αθήνα καί ἦταν εἰδωλολάτρισσα.
᾿Αντί ὅμως νά προσελκύσει Δαρεία τόν σύζυγό της Χρύσανθο στήν εἰδωλολατρία, συνέβη τό ἀντίθετο. ᾿Επίστεψε καί αὐτή στόν Χριστό καί ἐβαπτίσθηκε. Τότε τούς κατήγγειλαν στόν ὕπαρχο Κελερίνο, ὁ ὁποῖος τούς παρέδωσε στόν τριβοῦνο115 Κλαύδιο. Τό μαρτύριο ἄρχισε. ᾿Αλλά καρτερία καί ἐπιμονή τῶν Μαρτύρων ἐξέπληξε τόν Κλαύδιο, ὁ ὁποῖος μαζί μέ τή σύζυγό του ῾Ιλαρία, τούς υἱούς του ᾿Ιάσονα καί Μαῦρο καί τούς στρατιῶτες του ἐπίστεψε στόν Χριστό.
Στή συνέχεια ἔριξαν τούς ῾Αγίους Χρύσανθο καί Δαρεία μέσα σέ λάκκο καί τούς ἐνταφίασαν ζωντανούς. ῏Ηταν τό ἔτος 283 μ.Χ.
Ταῖς αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις, ὁ Θεός,ἐλέησον μᾶς. ᾿Αμήν
πηγή : apostoliki-diakonia.gr

Τι είναι οι Χαιρετισμοί της Παναγίας;


Ο Ακάθιστος Ύμνος (Χαιρετισμοί) είναι ένα μεγάλο και σπουδαίο ποίημα, γραμμένο τον 6ο αιώνα μ.Χ., που μιλάει στην Παναγία και της λέει επαίνους, ευχαριστίες και προσευχές.
Μέσα υπάρχουν σε ποιητική μορφή, με πανέμορφα λόγια, όλες οι βασικές διδασκαλίες της Ορθοδοξίας για το Χριστό, την ενανθρώπισή του, το ρόλο της Παναγίας για τη σωτηρία του ανθρώπου, την αγνότητα και την αγιότητά Της κ.λ.π., αλλά και για τον αγώνα του ανθρώπου για ένωση με το Θεό και τη βοήθεια που ζητάει από το Χριστό και την Παναγία γι' αυτό τον αγώνα.

Ποιητής των Χαιρετισμών είναι μάλλον ο άγιος Ρωμανός ο Μελωδός, ένας από τους μεγαλύτερους ελληνόγλωσσους ποιητές όλων των εποχών. Το ποίημα είναι μελοποιημένο (έχει μουσική) και ανήκει στο είδος κλασικής μουσικής του Βυζαντίου που λέγεται «κοντάκιο». Έχει 24 στροφές («οίκους»), που αρχίζουν, με τη σειρά, από τα 24 γράμματα της αλφαβήτου.
Πολύ όμορφοι Χαιρετισμοί έχουν γραφτεί και για πολλούς άλλους αγίους, αλλά οι Χαιρετισμοί της Παναγίας είναι η βασική έμπνευση για όλους τους άλλους που έχουν γραφτεί μετά.
Τον 7ο αιώνα, όταν ο λαός της Κωνσταντινούπολης σώθηκε από την επίθεση των Αβάρων μετά από παρέμβαση της Παναγίας, όλοι έψαλλαν στην Αγία Σοφία τον Ακάθιστο
Ύμνο όρθιοι (από εκεί και το όνομά του) και τότε μάλλον γράφτηκε το πασίγνωστο αρχικό τροπάριο «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ».
Η Ορθόδοξη Εκκλησία ψάλλει τους Χαιρετισμούς κάθε Παρασκευή βράδυ, τις πρώτες 5 εβδομάδες της Μεγάλης Σαρακοστής. Για την ακρίβεια, κόβουμε τους Χαιρετισμούς σε 4 κομμάτια (λέγονται «4 στάσεις» και λέμε από ένα κάθε Παρασκευή, ενώ την 5η Παρασκευή λέγεται ολόκληρο το έργο.
Τους Χαιρετισμούς τους απαγγέλλει ο ιερέας. Πριν απ' αυτό, οι ψάλτες έχουν ψάλει ένα άλλο περίφημο μουσικό και ποιητικό έργο, που λέγεται «κανόνας των Χαιρετισμών» (οι κανόνες είναι ένα άλλο είδος βυζαντινής κλασικής μουσικής) και δημιουργός του είναι ένας ακόμη κορυφαίος ποιητής και μουσικός του Βυζαντίου, ο άγιος Ιωσήφ ο Υμνογράφος.
Πολλοί ορθόδοξοι χριστιανοί μέσα στους αιώνες (και σήμερα) συνηθίζουν να διαβάζουν τους Χαιρετισμούς κάθε βράδυ, πριν κοιμηθούν, αντί για άλλη προσευχή. Από τις πολλές φορές, συχνά τους μαθαίνουν απ' έξω. Η συνήθεια αυτή είναι πολύ ωραία και σωστή, αφού οι ορθόδοξοι προτιμούμε να προσευχόμαστε με τις προσευχές της Εκκλησίας, παρά με προσευχές που δημιουργούμε εκείνη τη στιγμή (αν και λέμε στο Θεό και τέτοιες, αυτοσχέδιες, προσευχές). Ένας λόγος είναι ότι έτσι ο νους μας ξεκουράζεται και μπορεί να γίνει η προσευχή κυρίως με την καρδιά, δηλ. να στραφούμε ψυχικά προς το Θεό, χωρίς να απασχολούμαστε με το να φτιάξουμε εκείνη την ώρα τα λόγια που θα του πούμε. Και φυσικά, όταν διαβάζουμε μια προσευχή από βιβλίο (π.χ. τους Χαιρετισμούς ή ένα παρακλητικό κανόνα), ξέρουμε τι ακριβώς θέλουμε να πούμε στην Παναγία, στο Θεό ή σε έναν άγιο - κι εκείνος επίσης το ξέρει (ακόμα κι αν εμείς δεν ξέρουμε τι θέλουμε να του πούμε, εκείνος ξέρει τι υπάρχει στην καρδιά μας και, καθώς στρεφόμαστε προς αυτόν πνευματικά μέσω της προσευχής που διαβάζουμε, είναι σα να του το λέμε).

πηγή :  imverias.blogspot.gr

Τρίτη 15 Μαρτίου 2016

 

Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ ΚΑΙ Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΩΝ ΔΩΡΩΝ

Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Β. Τζέρπου, δρ. Θ.

Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὁ κύριος λόγος πού συνετέλεσε στή διαμόρφωση τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ὡς τῆς τεσσαρακονθήμερης περιόδου νηστείας καί γενικῆς πνευματικῆς προπαρασκευῆς γιά τή μεγάλη ἑορτή τοῦ Σταυραναστάσιμου Πάσχα πού ἀκολουθεῖ, εἶναι τό παράδειγμα τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος πρίν ἀρχίσει τή δημόσια δράση Του προετοιμάστηκε στήν ἔρημο "νηστεύσας ἡμέρας τεσσαράκοντα καί νύκτας τεσσαράκοντα" γιά νά ἀντιμετωπίσει τούς γνωστούς τρεῖς πειρασμούς τοῦ διαβόλου (Ματθ. δ´ 11). Πρός μιά τέτοια πνευματική ἔρημο παρομοιάζεται ἀπό τούς ἁγίους πατέρες καί ἡ Μ. Τεσσαρακοστή, κατά τή διάρκεια τῆς ὁποίας ὁ χριστιανός, μιμούμενος τόν Κύριο, ἀποδύεται σ' ἕναν ἀνάλογο πνευματικό ἀγώνα, ἀντιτάσσοντας στόν πρῶτο πειρασμό αὐτή καθαυτή τή νηστεία, στόν δεύτερο τήν ἀδιάλειπτο λατρεία τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ καί στόν τρίτο τήν ταπείνωση ὡς μητέρα ὅλων τῶν ἀρετῶν.
Ὅμως, ἡ χριστοκεντρική αὐτή θεμελίωση τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς καί ἡ σωτηριολογική θεώρησή της, ὡς μιᾶς ξεχωριστῆς εὐκαιρίας μίμησης τοῦ Χριστοῦ, φαίνεται ἰδιαίτερα στόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο διοργανώνεται καί νοηματίζεται κατά τήν περίοδο αὐτή ἡ κοινή προσευχή τῆς Ἐκκλησίας. Καί δέν ἀναφερόμαστε ἐδῶ στήν πνευματική πανδαισία πού προσφέρουν στούς πιστούς οἱ δοξολογικές ἀκολουθίες τῶν πέντε Κυριακῶν τῶν Νηστειῶν ἤ ἡ τόσο λαοφιλής καί πανηγυρική ἀκολουθία τῶν Χαιρετισμῶν τῆς Θεοτόκου, πού ψάλλεται κατά τίς ἑσπερινές λατρευτικές συνάξεις κάθε Παρασκευῆς, ὡς προεόρτιος ἤ μεθεόρτιος ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου. Ἐννοοῦμε κυρίως τόν κύκλο τῶν ἀκολουθιῶν τοῦ Νηχθημέρου (Μεσονυκτικό, Ὄρθρος, Ὧρες, Ἑσπερινός, Μέγα Ἀπόδειπνο), στίς ὁποῖες καί ἐγκρύπτεται κυρίως τό ἐσώτερο νόημα τῆς πνευματικότητας τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς. Διότι ἐμπλουτισμένες, κατά τήν περίοδο αὐτή, μ' ἕνα πλῆθος ἐκλεκτῶν ἁγιογραφικῶν ἀναγνωσμάτων καί κατανυκτικῶν ὕμνων, καί σέ συνδυασμό μέ τή νηστεία καί τήν ἄσκηση τῶν ἀρετῶν, οἱ ἀκολουθίες αὐτές ἀποτελοῦν μιά θαυμάσια ἔκφραση τοῦ ἰδανικοῦ καί τῆς ἀδιάλειπτης δοξολογίας τοῦ Θεοῦ καί ταυτόχρονα τό πλαίσιο μιᾶς καθημερινῆς πνευματικῆς "ἀποδεκάτωσης" τῆς ζωῆς μας, ὅπως ὁρίζει τήν πνευματικότητα τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς ὁ ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης.
Ὅσο, ὅμως, κι ἄν οἱ ἀκολουθίες αὐτές ἀποτελοῦν τά εὔοσμα ἐκεῖνα ἄνθη, πού φαιδρύνουν μέ τήν παρουσία τους τήν πνευματική ἔρημο τῆς τεσσαρακονθήμερης νηστείας, εἶναι ἐπίσης γεγονός ὅτι, ἐξ αἰτίας ἱστορικῶν συγκυριῶν καί τῆς προοδευτικῆς ἀλλαγῆς τοῦ τρόπου ζωῆς τῶν ἀνθρώπων, ἡ πρόσβαση σ' αὐτές ἀποτελεῖ σήμερα προνόμιο μόνο τῶν μοναχῶν καί ὁρισμένων ἄλλων φιλακόλουθων χριστιανῶν. Γι' αὐτό καί εἶναι εὔλογο τό ἀπό πολλές πλευρές διατυπούμενο αἴτημα τῆς ἀναπροσαρμογῆς τῶν ἀκολουθιῶν αὐτῶν στά δεδομένα τῆς σύγχρονης ζωῆς. Κάτω ἀπό τίς προϋποθέσεις αὐτές ἡ περισσότερο ἀξιοποιήσιμη ποιμαντικά εἶναι ἀναμφισβήτητα ἡ Ἀκολουθία τῶν Προηγιασμένων Δώρων, πού ἀποτελεῖ τό ἀποκορύφωμα τῆς καθημερινῆς προσευχῆς τῆς Ἐκκλησίας, κατά τήν περίοδο αὐτή.
Πράγματι, ἡ ἀκολουθία τῶν Προηγιασμένων Δώρων εἶναι μιά ἰδιαίτερη ἑσπερινή ἀκολουθία, πού ψάλλεται κατά τίς Τετάρτες καί Παρασκευές τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς καί τά ἰδιάζοντα στοιχεῖα τῆς ὁποίας νοηματίζουν κατά ἕνα ξεχωριστό τρόπο τήν ἑσπερινή προσευχή τῆς Ἐκκλησίας κατά τήν περίοδο αὐτή. Ἔτσι, Τά πρός Κύριον (Ψαλμ. 119-133) εἶναι οἱ λεγόμενεςὨδές τῶν Ἀναβαθμῶν, πού ἔψαλλαν οἱ εὐσεβεῖς Ἰουδαῖοι, καθώς ἀνέβαιναν λιτανεύοντας τά σκαλιά τοῦ ναοῦ τοῦ Σολομῶντος καί διά μέσου τῶν ὁποίων ἐκφράζεται καί σήμερα κατά ἕνα μοναδικό τρόπο ὁ πόθος τοῦ λατρεύοντος χριστιανοῦ γι' αὐτή τήν ἑσπερινή του συνάντηση μέ τόν Κύριο. Ἡ εὐλογία τοῦ λαοῦ μέ τήν ἀναμμένη λαμπάδα καί ἡ ἱερατική ἀναφώνηση "Φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι" ἕλκουν τήν καταγωγή τους ἀπό τήν ἀρχαία χριστιανική συνήθεια τῆς εὐλογίας τοῦ ἑσπερινοῦ φωτός καί ἀποτελοῦν μιά συμβολική ἀναγωγή στήν ἔννοια τοῦ πνευματικοῦ φωτός τοῦ Χριστοῦ (Ἰωάν. η´ 12· Ματθ. ιδ´ 20), πού συνδέεται ἄμεσα καί πρός τά ἁγιογραφικά ἀναγνώσματα πού ἀκολουθοῦν. Πρόκειται γιά τά ἴδια περίπου ἀναγνώσματα, πού διαβάζονταν στίς ἀντίστοιχες ἑσπερινές κατηχητικές συνάξεις τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας καί μᾶς μεταφέρουν στήν ἀτμόσφαιρα τῆς πνευματικῆς προετοιμασίας τῶν πρός τό Ἅγιο Φώτισμα (Βάπτισμα) εὐτρεπιζομένων ἀδελφῶν, πού γινόταν κατά τήν περίοδο αὐτή, καί ὑπέρ τῶν ὁποίων ὥς σήμερα γίνονται εἰδικές δεήσεις στά πλαίσια τῆς ἀκολουθίας αὐτῆς. Χαρακτηριστικό στοιχεῖο τῆς ἀκολουθίας αὐτῆς εἶναι ἀκόμη ἡ ἀσματική ψαλμώδηση τοῦ ἀναδιπλούμενου 140 ψαλμοῦ τοῦ λυχνικοῦ, μέ ἐφύμνιο τόν β´ στίχο τοῦ "Κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου...", πού ἐπέχει θέση προκειμένου ἤ ἀλληλουαρίου τῶν ἁγιογραφικῶν ἀναγνωσμάτων καί τή λειτουργικότητα τοῦ ὁποίου, ὡς ψαλμοῦ μετανοίας στά πλαίσια τῆς ἑσπερινῆς προσευχῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἐξαίρει ἰδιαίτερα ὁ ἱερός Χρυσόστομος.
Ἐκεῖνο, ὅμως, τό ὁποῖο διαφοροποιεῖ οὐσιαστικά τήν ἀκολουθία αὐτή ἀπό ὁποιαδήποτε ἄλλη ἑσπερινή ἀκολουθία εἶναι κυρίως τό γεγονός ὅτι κατά τήν τέλεσή της δίδεται στούς πιστούς ἡ δυνατότητα μιᾶς πραγματικῆς συνάντησης καί κοινωνίας μέ τόν ἀναστημένο Χριστό, ἀφοῦ μποροῦν νά μεταλάβουν ἀπό τά Τίμια Δῶρα, πού καθαγιάστηκαν κατά τή Θεία Λειτουργία τῆς προηγούμενης Κυριακῆς. Καί αὐτό, διότι κατά τίς ἡμέρες αὐτές ἡ Ἐκκλησία καθιέρωσε νά μήν τελεῖται ἡ κανονική Θεία Λειτουργία, γιά νά μήν διαταράσσεται ἀπό τόν δοξολογικό της χαρακτήρα ἡ κατανυκτική ἀτμόσφαιρα τῶν ἀκολουθιῶν αὐτῶν. "Ὁμοῦ δέ χαίρειν καί πενθεῖν ἀσύμβατόν τε καί ἀνακόλουθον", ὅπως λέγει ἕνα ἀρχαῖο κείμενο.
Ὡστόσο αὐτό τό "συνεσκιασμένον καί πενθηρόν καί μυστικόν" τῆς κατανυκτικῆς αὐτῆς τελετῆς δέν ἔχει καμιά σχέση πρός τό κραυγαλέο πένθος τῆς δυτικῆς πνευματικότητας ἤ τά μελαμβαφῆ ἄμφια, πού κατέκλυσαν τά τελευταῖα χρόνια καί τούς δικούς μας ναούς. Ἀλλά ταυτίζεται ἀπόλυτα μέ τό χαροποιόν πένθος τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας, μ' αὐτό τό θρηναγάλλιασμα τῆς ψυχῆς, πού ἐκφράζεται κατά ξεχωριστό τρόπο στόν εἰδικό χερουβικό ὕμνο τῆς ἀκολουθίας, "Νῦν αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν σύν ἡμῖν ἀοράτως λατρεύουσιν...". Πρόκειται γιά τόν ὕμνο πού ψάλλεται κατά τήν εἰσόδευση τῶν Προηγιασμένων Δώρων ἀπό τήν πρόθεση στήν ἁγία τράπεζα καί προσδίδει στήν ὅλη στιγμή μιά μυστική καί ὑπερκόσμια μεγαλοπρέπεια, "γιατί ἐκφράζει λειτουργικά τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ καί τό τέλος μιᾶς μακρᾶς νηστείας, προσευχῆς καί ἀναμονῆς· τόν ἐρχομό τῆς βοήθειας, τῆς ἀνακούφισης καί τῆς χαρᾶς πού περιμένουμε".
Ὄντας, λοιπόν, ἀπό τή φύση της ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων μιά ἑσπερινή ἀκολουθία, συνδυασμένη μέ προσέλευση στή Θεία Κοινωνία, ἀποτελεῖ τό καλύτερο ἐφαλτήριο ἐκκίνησης σ' αὐτό τό μεῖζον ἀγώνισμα χρησιμοποίησης τῆς καθημερινῆς μας ζωῆς, στό ὁποῖο μᾶς καλεῖ ἰδιαίτερα κατ' αὐτή τήν ἱερή περίοδο ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία. Διότι, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἐκεῖνο πού μᾶς σώζει τελικά δέν εἶναι οὔτε ἡ νηστεία, οὔτε ἡ ψαλμωδία, οὔτε ἡ προσευχή ἀπό μόνα τους, ἀλλά "τό ἐκτελεῖσθαι ταῦτα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ... ὅταν ἀτενῶς ἡ διάνοια ἐκείνῳ ἐνορᾶ, καί διά τό πρός αὐτόν ὁρᾶν καί νηστεύῃ καί ψάλλῃ καί προσεύχηται". Αὐτή δέ ἡ "ἀτενής ἐνόραση" τοῦ Θεοῦ καί ἡ καύση τῆς καρδίας (Λουκ. κβ´ 32) ἐν ὄψει τῆς βραδυνῆς Θείας Κοινωνίας εἶναι ἀκριβῶς αὐτό πού δίνει ἕνα ἐντελῶς διαφορετικό νόημα σέ κάθε στιγμή τῆς ἡμέρας πού πέρασε καί ἀποτελεῖ τήν σταυραναστάσιμη ἐκείνη γεύση πού αὐξάνει τόν πόθο τῶν χριστιανῶν γιά περισσότερη χριστοποίηση τῆς ζωῆς τους "ὅτι χρηστός ὁ Κύριος" (Ψαλ. λγ´ 9).

πηγή : www.apostoliki-diakonia.gr